Η ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ

Η σωστή νηστεία – Οι αληθινοί θησαυροί

Ευαγγελική περικοπή για την Κυριακή της Τυρινής

Ματθ. στ’ 14-21 14 14Eπειδή, αν συγχωρήσετε στους ανθρώπους τα πταίσματά τους, θα συγχωρήσει και σε σας ο ουράνιος Πατέρας σας. 15Aν, όμως, δεν συγχωρήσετε στους ανθρώπους τα πταίσματά τους, ούτε ο Πατέρας σας θα συγχωρήσει σε σας τα πταίσματά σας. 16Kαι όταν νηστεύετε, να μη γίνεστε σαν τους υποκριτές, σκυθρωποί· επειδή, αφήνουν άπλυτα τα πρόσωπά τους, για να φανον στους ανθρώπους ότι νηστεύουν· σας διαβεβαιώνω ότι, έχουν ήδη τον μισθό τους. 17Eσύ, όμως, όταν νηστεύεις, λούσε το κεφάλι σου, και πλύνε το πρόσωπό σου· 18για να μη φανείς στους ανθρώπους ότι νηστεύεις, αλλά στον Πατέρα σου που είναι στον κρυφό χώρο· και ο Πατέρας σου που βλέπει στον κρυφό χώρο, θα σου ανταποδώσει στα φανερά. 19Mη θησαυρίζετε για τον εαυτό σας θησαυρούς επάνω στη γη, όπου το σκουλήκι και η σκουριά τούς αφανίζει, και όπου κλέφτες κάνουν διάρρηξη και κλέβουν· 20αλλά, να θησαυρίζετε στον εαυτό σας θησαυρούς στον ουρανό, όπου ούτε σκουλήκι ούτε σκουριά τούς αφανίζουν, και όπου κλέφτες δεν κάνουν διάρρηξη ούτε κλέβουν. 21Eπειδή, όπου είναι ο θησαυρός σας, εκεί θα είναι και η καρδιά σας.

1. Αλληγορική αναδιήγηση

Εγώ, η ψυχή που κάποτε δίσταζε να κοιτάξει τον ουρανό, στέκομαι σήμερα μπροστά στον καθρέφτη του Κυρίου και βλέπω όχι το πρόσωπό μου, αλλά τη σκιά της καρδιάς μου. Κυριακή της Τυρινής. Ξημέρωσε η πύλη της νηστείας. Όχι μόνο του σώματος, αλλά της ψυχής. Και ο Λόγος, σαν πυρ που καίει το καλάμι της υποκρισίας, ήρθε πάλι να με καθαρίσει.

“Μὴ θησαυρίζετε ὑμῖν θησαυροὺς ἐπὶ τῆς γῆς…” λέει ο Χριστός μου. Κι εγώ; Πού θησαύρισα; Πού έκρυψα την καρδιά μου όλα αυτά τα χρόνια; Σε βλέμματα ανθρώπων, σε λόγια που ξεχάστηκαν, σε φόβους που έγιναν συνήθεια, σε εγωισμούς που νόμιζα για αξιοπρέπεια. Η ψυχή μου έγινε αποθήκη για σκουριά και βρώση. Κι όμως, η φωνή Του είναι ελεήμων: “Θησαυρίζετε ὑμῖν θησαυροὺς ἐν οὐρανῷ”. Αδελφέ μου, πόσες φορές ακόμα θα θάψουμε το χρυσάφι της αγάπης μέσα στη λάσπη της ματαιότητας;

Και μετά, το άλλο ρήμα – το ρήμα που γκρεμίζει και χτίζει μαζί: Συγχώρεση. “Ἐὰν ἀφῆτε… ἀφήσει καὶ ὑμῖν”. Να το μυστήριο. Να η ανάσταση. Η συγχώρεση δεν είναι αδυναμία – είναι η δύναμη να πεθάνω εγώ, για να ζήσει ο άλλος. Κι εκεί, μέσα στο σκοτάδι του πόνου, να ανατείλει φως. Συγχώρησα; Όχι όπως Εκείνος. Κράτησα μικρές φυλακές στην καρδιά μου για όσους με πλήγωσαν. Και σήμερα με ρωτά ο Κύριος: “Θες να είσαι ελεύθερος ή δικαιωμένος; Θες να ζήσεις ή να έχεις δίκιο;”

Νηστεύω; Ναι, αλλά φανερά. Νηστεύω για να με δουν. Νηστεύω για να μετρήσω κάτι. Κι όμως, Εκείνος μου λέει: “Λούσου, άλειψε το πρόσωπό σου, απόκρυψε τη θυσία σου και ζήσε για τα μάτια του Πατρός σου”. Τι λόγος, Χριστέ μου… Να είμαι στο κρυφό, στο αφανές, στο μυστικό. Εκεί που κανείς δεν με επαινεί – μόνο Εσύ με βλέπεις. Και εκεί, να ξανανθίσω.

Όπου ο θησαυρός σου, εκεί και η καρδιά σου. Δεν μπορώ να το κρύψω άλλο. Η καρδιά μου σκορπίζει όταν χτίζω πάνω στη γη. Θέλω να επιστρέψω. Θέλω η νηστεία μου να γίνει κραυγή επιστροφής. Θέλω να συγχωρώ όχι από καθήκον, αλλά γιατί κατάλαβα πόσο με συγχώρησες. Θέλω να αγαπώ όχι για να αγαπηθώ, αλλά γιατί Εσύ πρώτος με αγάπησες.

Και τώρα, πριν μπούμε στην έρημο της Μ. Τεσσαρακοστής, σε αυτή τη μέρα με παλιές αναμνήσεις, σε αυτή τη μέρα της Τυρινής που σβήνει το φως των κοσμικών γλεντιών, ένα φως άλλο ανατέλλει. Το φως του μυστικού αγώνα. Εκεί θα είμαι, Κύριε. Στο ταπεινό κελί της καρδιάς. Και αν με ρωτήσεις τι είναι ο θησαυρός μου, θα σου δείξω Εσένα.

Το Άγιο Νήμα, δεν κόπηκε. Τεντώνεται ίσως, πονά, αλλά δεν σπάει. Είμαι ακόμα εδώ. Και γράφω για να θυμάμαι. Κι αν έρθει η ώρα μου να σωπάσω, ας μείνει αυτός ο λόγος ζωντανός:

“Όπου είναι ο Χριστός, εκεί είναι και η καρδιά μου. Εκεί είναι και η ζωή μου.”

2. «ΕΝ ΤΩ ΚΡΥΠΤΩ» — Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΛΑΤΡΕΙΑ
Κήρυγμα – Κυριακή της Τυρινής

Αδελφοί μου, ο Χριστός δεν ήρθε να στολίσει τη ζωή μας, αλλά να την ανατρέψει. Δεν ήρθε να κάνει καλύτερους τους φαρισαίους μέσα μας, αλλά να τους σταυρώσει. Κι έρχεται σήμερα, λίγο πριν μπούμε στη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, και μας δίνει τρία σπαθιά: συγχώρησηνηστείαθησαυρός.

Πρώτα, η συγχώρηση:
«Ἐὰν ἀφῆτε… ἀφήσει καὶ ὑμῖν.»
Η καρδιά δεν ανοίγει στον Θεό όσο κρατά σφιχτά τη μνησικακία. Μπορούμε να νηστεύουμε, να προσευχόμαστε, να εξομολογούμαστε… αλλά αν δεν συγχωρούμε, είμαστε νεκροί με ευσέβεια. Ο Πατήρ οὐράνιος δεν αναγνωρίζει τα παιδιά Του από τα λόγια τους, αλλά από την καρδιά τους. Κι αν δεν συγχωρήσουμε, είναι σαν να Του λέμε: «Μη με συγχωρείς κι Εσύ».

Η συγχώρηση δεν είναι συναίσθημα – είναι απόφαση σταυρική. Είναι το να σκοτώσω μέσα μου την απαίτηση για δικαίωση. Και όταν συγχωρώ, δεν ελευθερώνω τον άλλον… ελευθερώνω τον εαυτό μου.

Ύστερα, ο λόγος Του για τη νηστεία:
«Μὴ γίνεσθε ὥσπερ οἱ ὑποκριταί…»
Μας φανερώνει εδώ κάτι συγκλονιστικό: ότι η νηστεία μπορεί να γίνει παγίδα εγωισμού. Μπορεί να γίνει θέατρο. Να αποζητούμε να μας βλέπουν, να μας χειροκροτούν. Κι όμως, Εκείνος λέει: πλύσου, άλειψε το πρόσωπό σου, κρύψου.

Η νηστεία δεν είναι εξωτερική πράξη. Είναι εσωτερικός σεισμός. Είναι να λείπει κάτι από το σώμα για να φωνάξει η ψυχή. Δεν είναι δίαιτα· είναι έρωτας. Δεν είναι τυπικό· είναι πυρ.

Και τότε έρχεται το τρίτο πλήγμα:
«Μὴ θησαυρίζετε ἐπὶ τῆς γῆς… θησαυρίζετε ἐν οὐρανῷ»
Ο Χριστός δεν μας καλεί να μισήσουμε τα πράγματα της γης, αλλά να μην τα λατρέψουμε. Ο θησαυρός είναι ό,τι αγαπώ πιο πολύ. Αν είναι χρήματα, δόξα, άνθρωποι, γνώμη των άλλων – τότε εκεί είναι η καρδιά μου, και άρα εκεί θα πεθάνω.

Αν όμως ο θησαυρός μου είναι το βλέμμα του Πατρός, η ελπίδα της αιωνιότητας, η συγχωρημένη καρδιά, τότε εκεί — στον Ουρανό — θα ζήσει και η καρδιά μου.

Αδελφέ μου, αδελφή μου, μην ξεγελαστείς. Δεν μας σώζει η εξωτερική ευσέβεια. Δεν μας λυτρώνει η γνώση ή η ηθική μας. Μας σώζει ο Χριστός μόνο – και η καρδιά που Του μοιάζει.

Συγχώρησε. Νήστεψε αθόρυβα. Θησαύρισε εκεί που ούτε σκουλήκι τρώει, ούτε χρόνος γερνά, ούτε άνθρωπος κλέβει.

Ζήσε «ἐν τῷ κρυπτῷ» και ο Πατέρας σου θα σε φανερώσει στο Φως.

Αυτός είναι ο δρόμος της Τεσσαρακοστής. Όχι τελετουργία. Όχι κανόνας. Αλλά επιστροφή. Μετάνοια. Δάκρυ. Και ανάσταση.

Ας τον βαδίσουμε με καρδιά συντετριμμένη. Ας κρατήσουμε το Άγιο Νήμα, δεμένο γύρω από την καρδιά μας, για να μη χαθούμε στον δρόμο. Εκείνος μας περιμένει στην άκρη της ερήμου. Με σταυρωμένα χέρια… και αναστημένη αγάπη.

Αμήν.

3. Εσωτερικός Μονόλογος με Ερωτήσεις – Κυριακή της Τυρινής
Ματθ. 6:14–21

Πού πήγε η καρδιά μου;

Πού την άφησα; Στο βλέμμα κάποιου που δεν με κατάλαβε; Στη φωνή κάποιου που με πρόδωσε; Σε μια παλιά αδικία που ποτέ δεν ξέχασα;
Πού πήγε η καρδιά μου, Κύριε;

Μου λες σήμερα:
«Ὅπου ἐστὶν ὁ θησαυρός σου, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία σου.»
Κι εγώ σε ρωτάω:
Ποιος είναι ο θησαυρός μου στ’ αλήθεια;
Τι με νοιάζει περισσότερο απ’ όλα;
Για ποιον χτυπά η καρδιά μου μέσα στη σιωπή; Για Εσένα ή για εμένα;

Και αν όντως Σε αγαπώ, γιατί φοβάμαι να συγχωρήσω;

Λες:
«Ἐὰν ἀφῆτε… ἀφήσει καὶ ὑμῖν»
Αλλά τι θα πει ν’ αφήσω;
Να ξεχάσω τον πόνο; Να διαγράψω την προδοσία; Να παραιτηθώ από το δίκιο μου;
Κι αν δεν συγχωρώ, μήπως τελικά δεν γνωρίζω τι θα πει να είμαι συγχωρημένος;
Μήπως, όσο κρατάω τον άλλον φυλακισμένο, είμαι εγώ ο αλυσοδεμένος;

Κι όταν νηστεύω…
Για ποιον νηστεύω;

Νηστεύω από συνήθεια; Από τύψη; Από υπερηφάνεια;
Ψάχνω να βρω λόγο που λείπει το φαγητό απ’ το τραπέζι μου, αλλά…
λείπει Εσύ απ’ το τραπέζι της καρδιάς μου.
Μου λες:
«Νίψαι, άλειψε, κρύψου. Ο Πατήρ σου βλέπει ἐν τῷ κρυπτῷ.»
Κι εγώ σε ρωτώ:
Μου αρκεί να με βλέπεις μόνο Εσύ; Ή θέλω κι άλλους να με αναγνωρίσουν, να με επαινέσουν, να με πουν «καλό παιδί»;

Κύριε…
Ποιο είναι το κρυφό μου δωμάτιο;
Το βρήκα ποτέ στ’ αλήθεια ή πάντα προσποιούμουν;
Προσεύχομαι όταν δεν με βλέπει κανείς; Δίνω όταν δεν το μαθαίνει κανείς;
Αγαπώ όταν δεν θα αγαπηθώ πίσω;

Και πες μου…
Γιατί φοβάμαι τόσο να μείνω μόνος με Εσένα;
Γιατί η σιωπή με τρομάζει;
Γιατί με γυρνά πίσω στα λάθη μου και δεν με σπρώχνει προς την αγκαλιά Σου;

Μήπως…
Μήπως δεν Σου παρέδωσα ακόμη την καρδιά μου;

Λες να θησαυρίσω στον ουρανό…
Αλλά πώς γίνεται αυτό, Κύριε;
Με ποια πράξη; Με ποια αγάπη; Με ποια συγχώρεση;
Τι σημαίνει να χτίσω κάτι που δεν θα χαθεί;
Τι σημαίνει να ζω για το αιώνιο μέσα στο φθαρτό;

Και τελικά…
Θέλω τον Παράδεισο, ή απλώς δεν θέλω την Κόλαση;

Θέλω Εσένα, ή θέλω απλώς τη γαλήνη Σου;

Αν σήμερα σταματούσαν όλα,
και με ρωτούσες με μάτια που βλέπουν μέχρι μέσα μου:
«Πού είναι ο θησαυρός σου, παιδί Μου;»
τι θα Σου απαντούσα;

Θα έδειχνα ένα πρόσωπο, μια ανάμνηση, ένα όνειρο που πέθανε;
Ή θα Σε έδειχνα Εσένα, Κύριέ μου, Θεέ μου, Φίλε μου, Λυτρωτή μου;

Αν είσαι ο θησαυρός μου, τότε γιατί δεν ζω σαν να είσαι;
Γιατί τρέμω μην χάσω τα υπόλοιπα;

Κύριε…

Θέλω να Σου δώσω την καρδιά μου.
Αλλά πες μου:


πώς ξεκολλάει από τη γη και ανεβαίνει στον Ουρανό;

4. Πνευματικός Διάλογος – Κυριακή της Τυρινής
Ματθ. 6:14–21
Παιδί και Πατέρας. Ψυχή και Χριστός. Σαν αδελφός με Αδελφό.


– Κύριε… είσαι εδώ;

– Πάντα ήμουν, παιδί Μου. Κι όταν δεν με ένιωθες, σε κρατούσα στα χέρια Μου.

– Μα γιατί δεν Σε άκουγα; Γιατί έπρεπε να σπάσω για να Σε δω;

– Γιατί έκρυβες το πρόσωπό Μου πίσω από τα είδωλα των φόβων σου. Δεν ήθελα να πονέσεις… αλλά ήθελα να επιστρέψεις. Και μερικές φορές, η μόνη φωνή που ακούμε… είναι ο ήχος της καρδιάς που σπάει.

– Είπες σήμερα: «Συγχώρησε».
Μα πώς να συγχωρήσω, Κύριε, όταν ακόμα ματώνω; Όταν κρατάω στα χέρια μου το μαχαίρι του άλλου;

– Δεν σου ζήτησα να ξεχάσεις. Σου ζήτησα να αφήσεις. Να με αφήσεις Εμένα να κρίνω, να γιατρέψω, να σώσω. Εσύ, αγάπησες ποτέ κάποιον χωρίς να σε αγαπήσει πίσω;

– Ναι, και πόνεσα.

– Έτσι κι Εγώ σε αγαπώ. Κι όμως δεν παύω να συγχωρώ.

– Και η νηστεία, Κύριε; Σου δίνω το πιάτο μου, τη γεύση μου, το σώμα μου. Αλλά δεν φτάνει, έτσι δεν είναι;

– Θέλω να Μου δώσεις την καρδιά σου. Νηστεία είναι να μάθεις να πεινάς για Μένα. Να μάθεις να ζεις χωρίς να τα έχεις όλα. Να αφήσεις χώρο για Εμένα εκεί που είχες βάλει άλλους θεούς – την εικόνα σου, το δίκιο σου, την ανάγκη να σε επιδοκιμάζουν.

– Δηλαδή, να ζω «ἐν τῷ κρυπτῷ»;

– Ναι. Εκεί γεννιέται η αγιότητα. Εκεί που κανείς δεν σε βλέπει, εκεί κοιτάζω Εγώ. Όταν ελεείς και δεν το λες, όταν προσεύχεσαι και δεν φαίνεσαι, όταν πονάς και δεν εκδικείσαι – εκεί, Εγώ, σε βλέπω.

– Και πώς θα ξέρω πως Με βλέπεις; Πώς θα νιώσω πως Είσαι εκεί;

– Θα νιώθεις ειρήνη. Όχι την ψεύτικη, την ανθρώπινη, αλλά την βαθιά ειρήνη που δεν εξαρτάται από τίποτα. Σαν φως που δεν σβήνει στον άνεμο. Και τότε θα μάθεις… τι σημαίνει να θησαυρίζεις στον Ουρανό.

– Θησαυρός… Μου είπες πως εκεί είναι η καρδιά μου. Αλλά εγώ την σκόρπισα, Κύριε. Την έδωσα σε λάθος ανθρώπους, σε μάταια πράγματα. Σου την φέρνω τώρα πίσω, κουρελιασμένη. Θα τη δεχτείς;

– Δεν θέλω τέλεια καρδιά. Θέλω την αληθινή σου καρδιά. Όση κι αν έχει μείνει. Μού αρκεί ένα κομμάτι, και το κάνω νέο. Μού δίνεις τα θρύψαλα, κι Εγώ τα κάνω ναό.

– Κύριε, θέλω να αγαπήσω όπως Εσύ.

– Τότε να συγχωρείς όπως Εγώ. Να υπηρετείς όπως Εγώ. Να σιωπάς όπως Εγώ. Να νηστεύεις όχι για να αποδείξεις, αλλά για να ανοίξεις.

– Και όταν πέφτω, Κύριε; Όταν δεν αντέχω;

– Τότε να Μου μιλάς. Να Μου λες την αλήθεια. Δεν θέλω να παριστάνεις τον δυνατό. Θέλω να είσαι παιδί. Γιατί μόνον ένα παιδί μπορεί να εμπιστευθεί.

– Και η Τεσσαρακοστή που αρχίζει, τι είναι στ’ αλήθεια; Ένα ακόμα Πάσχα;

– Όχι. Είναι η ευκαιρία να επιστρέψεις. Είναι η διαδρομή του γυρισμού στο σπίτι. Είναι 40 μέρες ερήμου, για να μάθεις να διψάς μόνο Εμένα. Κι εγώ, στο τέλος, δεν σου υπόσχομαι απλώς Ανάσταση. Σου υπόσχομαι ότι θα Σε περιμένω…

– Όπως περίμενες τον Άσωτο;

– Όχι… Περισσότερο. Γιατί Εσύ δεν είσαι απλά άσωτος. Εσύ είσαι Μου παιδί.

5. Πνευματικός Στοχασμός — Κυριακή της Τυρινής
Ματθαίος 6:14–21 |
Στοχασμός φλογισμένος, ήσυχος, σαν προσευχή με βλέμμα στραμμένο στον Ουρανό.


Καθόμαστε τώρα, εσύ κι εγώ, σαν δύο φλόγες που δεν θέλουν να καταστρέψουν, αλλά να θυμούνται.
Να θυμούνται τι χάθηκε.
Να θυμούνται τι αξίζει.
Να θυμούνται ποιον αγαπήσαμε περισσότερο απ’ τον εαυτό μας.

Η Κυριακή της Τυρινής ανοίγει τη μεγάλη ερημιά. Σαν μια αυλαία που υψώνεται αργά και φανερώνει έναν δρόμο δίχως φώτα, δίχως ήχους, αλλά γεμάτο παρουσία.
Όχι παρουσία θεαματική, αλλά εν τῷ κρυπτῷ.

Εκεί αρχίζει η ζωή.

Και στοχάζομαι…
Πώς μοιάζει ο άνθρωπος που συγχωρεί;
Μοιάζει με Χριστό.

Πώς μοιάζει ο άνθρωπος που νηστεύει μυστικά;
Μοιάζει με τον Εσταυρωμένο, που έδωσε χωρίς να κρατήσει τίποτα.

Πώς μοιάζει ο άνθρωπος που δεν θησαυρίζει στη γη;
Μοιάζει με εκείνον που, ενώ είχε τον ουρανό, γεννήθηκε σε σπήλαιο, έζησε άστεγος και πέθανε ανάμεσα σε δύο ληστές.

Μοιάζει με Εκείνον.

Κι αρχίζω να καταλαβαίνω:
Όλη η πνευματική ζωή, δεν είναι τίποτε άλλο από μια μυστική μεταμόρφωση της καρδιάς.
Όχι για να γίνω καλύτερος άνθρωπος.
Αλλά για να γίνω καρδιά που αγαπά σαν του Χριστού.

Γι’ αυτό συγχωρώ. Όχι γιατί δεν πόνεσα, αλλά γιατί ο πόνος μου έμαθε πως χωρίς συγχώρεση δεν υπάρχει ανάσταση.
Γι’ αυτό νηστεύω. Όχι γιατί ο Θεός έχει ανάγκη από τη στέρησή μου, αλλά γιατί εγώ έχω ανάγκη να θυμηθώ πως δεν ζω από άρτο μόνο, αλλά από κάθε βλέμμα Του.
Γι’ αυτό θησαυρίζω στον Ουρανό. Όχι γιατί θέλω ανταμοιβή, αλλά γιατί εδώ στη γη, όλα με απογοητεύουν στο τέλος.

Κι όσο πιο πολύ στοχάζομαι, τόσο πιο καθαρά βλέπω…

Η αληθινή νηστεία δεν αρχίζει με το στόμα. Αρχίζει με την καρδιά.
Όταν αρνηθώ να κρατήσω μίσος.
Όταν σταματήσω να μετρώ τα έργα μου.
Όταν πάψω να περιμένω αναγνώριση.

Η αληθινή συγχώρεση δεν είναι συναίσθημα. Είναι σταύρωση. Είναι να πονάς και να λες:
«Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς»
όχι επειδή δεν σε πλήγωσαν, αλλά επειδή ο Χριστός σε πλήγωσε πρώτος με την Αγάπη Του.

Η αληθινή πνευματικότητα δεν φαίνεται.
Κρύβεται.
Και αυτό είναι το θαύμα της.

Ο Πατέρας βλέπει ἐν τῷ κρυπτῷ.
Όχι για να σε τιμωρήσει. Αλλά για να σε σώσει.
Για να σε κρατήσει.
Για να σε βρει εκεί που όλοι οι άλλοι δεν κοίταξαν ποτέ: μέσα στην άβυσσο της καρδιάς σου.

Αδελφέ μου…
Μην προσπεράσεις αυτή την Κυριακή.

Μην πας στη νηστεία χωρίς να έχεις συγχωρήσει.
Μην πας στην προσευχή χωρίς να έχεις λουστεί με τη σιωπή.
Μην πας στο Σταυρό αν δεν είσαι έτοιμος να πεθάνεις για να αγαπήσεις.

Μην θησαυρίζεις εδώ. Εδώ όλα φθείρονται. Όλα φεύγουν. Όλα τελειώνουν.

Μόνο Εκείνος μένει.

Και Εκείνος, ο Αμνός ο Σφαγμένος, δεν ζητά τα πολλά σου.
Ζητά την καρδιά σου.

Και τώρα, καθώς καθόμαστε εδώ, αμίλητοι…
ανασαίνοντας μαζί με τους πατέρες,
σου λέω αυτό:

Στο τέλος, αδελφέ μου,
δεν θα σωθείς επειδή έκανες νηστεία.
Θα σωθείς επειδή έγινες θησαυρός στα μάτια Του.

6. Τελευταίος Λόγος — Κυριακή της Τυρινής
Ματθ. 6:14–21
Μαρτυρία. Εξομολόγηση. Όλα. Σαν να ήταν η τελευταία φορά.


Αν αυτός ήταν ο τελευταίος λόγος μου,
αν δεν μου χαριζόταν άλλη Κυριακή,
αν σήμερα τελείωνε η γραφή και η ανάσα,
θα ήθελα να σου πω τούτο:

Άργησα πολύ να Τον αγαπήσω.
Τον Χριστό μου. Τον αδελφό μου. Τον Λυτρωτή μου.

Πέρασα χρόνια νομίζοντας ότι Τον υπηρετώ,
μα στην αλήθεια, υπηρετούσα τον εαυτό μου.
Νήστευα, ναι.
Προσευχόμουν, ναι.
Αλλά μέσα μου κουβαλούσα μίσος, θυμό, ζήλια, ανάγκη για θαυμασμό.
Φορούσα το ρούχο της ευσέβειας,
μα ήμουν γυμνός από αγάπη.

Και σήμερα, στην άκρη αυτής της εβδομάδας,
με το βλέμμα στραμμένο προς την έρημο της Τεσσαρακοστής,
αισθάνομαι γυμνός ξανά.
Αλλά αυτή τη φορά, με πόθο.
Πόθο να ντυθώ όχι με λόγια,
αλλά με Εκείνον.

Είπε ο Χριστός:
«Συγχώρησε.»
Κι εγώ κράτησα μέσα μου εκείνο το «ναι, αλλά…»
Ναι, αλλά πώς να τον συγχωρήσω, Κύριε;
Με πλήγωσε. Με πρόδωσε. Με πέταξε.
Και Εκείνος με ρώτησε γλυκά:
«Εγώ, πότε αρνήθηκα να σε συγχωρήσω;»

Και τότε κατάλαβα:
Δεν είναι πως δεν μπορούσα.
Είναι πως δεν ήθελα.

Συγχώρηση σημαίνει να αφήσω τον εαυτό μου να πεθάνει.
Αλλά μόνο έτσι γεννιέται ο καινούριος.

Ύστερα, μίλησε για τη νηστεία.
Όχι με κανόνα. Όχι με κατάλογο.
Με βλέμμα.
Εκείνο το βλέμμα που μπαίνει μέσα σου και τα καθαρίζει όλα.

«Όταν νηστεύεις, λούσου, χαμογέλα, μη δείχνεις τίποτα.»
Και τι με νοιάζει, λέει, αν με δουν ή δεν με δουν;
Αν δεν με δει Εκείνος, τι νόημα έχει η ζωή μου;

Νηστεύω για να θυμηθώ ποιος είναι ο Θεός μου.
Νηστεύω για να Του πω:
«Δεν Σε αλλάζω με τίποτα. Ούτε με φαγητό, ούτε με άνθρωπο, ούτε με αναγνώριση.»
Νηστεύω για να Τον ερωτευτώ ξανά.

Και μετά… ήρθε ο λόγος που με διέλυσε:

«Μη θησαυρίζεις στη γη.»

Πού τα φύλαξα όλα μου τα όνειρα, Χριστέ μου;
Σε ανθρώπους που έφυγαν.
Σε σχέσεις που έσπασαν.
Σε εικόνες που με λάτρεψαν κι ύστερα με ξέχασαν.

Κι Εσύ, εκεί.
Στο ταπεινό. Στο αθόρυβο.
Στο «ἐν τῷ κρυπτῷ».
Μου ψιθύριζες:

«Εγώ δεν φεύγω. Όταν όλοι σε ξεχάσουν, Εγώ σε θυμάμαι με το όνομά σου.»

Και τώρα… τώρα θέλω να πω μόνο αυτό:

Αν έχω λίγο φως μέσα μου,
είναι γιατί με έλιωσε η συγχώρηση.
Αν έχω λίγη αλήθεια,
είναι γιατί πείνασα και δίψασα για Εκείνον.
Αν έχω μια καρδιά που αγαπά,
είναι γιατί πέθανε η παλιά.

Και αν αυτός είναι ο τελευταίος λόγος,
τότε άκου:

Ο Χριστός είναι ο θησαυρός μου.
Και Τον βρήκα μέσα στη σιωπή, στη νηστεία, στη συγχώρεση.
Και Εκεί, τον Ουρανό μου.
Και Εκεί, την καρδιά μου.
Και Εκεί, Εσένα.

Αμήν.